Σ’ απρόθυμο αγιάζι
μυρουδιά ισχυρή
απ’ το καυτό λιβάνι
σκοντάφτει ο θάνατος
και σκουραίνει
το κοφτερό του δρεπάνι
κι ‘ναι κρυφό
σα συμπονά το θάνατο
το δάκρυ
κυλούν απ’ των ματιών
τις σκούρες άκρες
σε πρόσωπα κατάλευκα
ξεπλένουν κορμί ωχρό
απ’ το μύρο
και το λάδι
μάνες λατρεμένες
απ’ το κλάμα
στους στολισμένους κήπους
με τα στεφάνια
όσο τη ζωή του θανάτου
λαχταράει ο χαμός
θα στέκεται θλιμμένος κι άσαρκος
ο τελευταίος οδυρμός
κορμάκι θα ‘χει παιδικό
και τυλιγμένο στα σάβανα
η ζωή του αναπαύτηκε
κάτω από πέτρες και μάρμαρα
στις φωτεινές
και χρυσοκέντητες αυγές
των τάφων οι αντάρες
έλαμψαν
διάσημες και γιορτινές
σα να απέμειναν πυκνές
του σκότους οι ανταύγειες
0 Σκέψεις Φυγαδεύτηκαν:
Δημοσίευση σχολίου